Ο ΛΑΒΥΡΙΝΘΟΣ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ

Η αγάπη είναι μια εποχή βαθύτερη απ’ την άνοιξη 
κι ο Έρωτας μια πόρτα δίχως πόμολο

Μια μέρα θα σε βάλω σ’ ένα κοχύλι σ’ ένα άσπρο σύννεφο που θα το τραβούν περιστέρια. Θα σε ντύσω με κόκκινα πέπλα. Με λουλούδια. Ο αέρας θα φυσάει απαλά. Ή θα σε βάλω σ’ ένα δάσος με μυρωδιές μήλων. Σ’ ένα παράθυρο με πράσινα φύλλα κι ένα γαλάζιο ποτάμι στο βάθος (Από πάνω θα πετούν έρωτες)…

Η σιωπή είναι ένα κρηπίδωμα πάνω στο οποίο στηρίζεται κατά ένα μεγάλο μέρος η λειτουργία των αισθημάτων. Ο λόγος επιθυμώντας να φτάσει ως το κέντρο της ψυχής αναζητεί απεγνωσμένα κάποιο άνοιγμα, απ’ όπου βέβαια είναι αδύνατο να μπει εξαιτίας της σωματικής κατασκευής του… Έτσι καθώς ο κατήφορος οδηγεί σταθερά στο βυθό υπάρχουν μικροί απροσδόκητοι λόφοι, ασήμαντα υψώματα που καθώς τα περνάς αισθάνεσαι για μια στιγμή πως ανεβαίνεις

Παρά το υπέροχο δέρμα της μελαχρινής που κοιμάται σχεδόν αμέριμνα ολόγυμνη στο πλευρό μας, ό,τι μετράει είναι το σώμα μιας ουράνιας ξανθής που περιφέρεται με ηδυπάθεια στους κοιτώνες της φαντασίας μας. Αγνόησέ την ξαφνικά και θα δεις το όλο σύστημα να καταρρέει.

ANTONA

Δεν είναι τόσο οι γοφοί αυτής της ημίγυμνης ξανθιάς ούτε τα ακατάστατα κρεβάτια στις προθήκες του σινεμά που συντηρούν το καινούργιο αυτοκίνητο του ιδιοκτήτη. Τους γοφούς θα μπορούσε να τους δει και μ’ άλλο τρόπο, μάλιστα σε κάποιες περιπτώσεις και να τους απολαύσει κανείς. Είναι κυρίως η σιωπή με την οποία ο πρωταγωνιστής ανάβει το τσιγάρο του στη σκηνή του μπαρ, έπειτα από την ατυχή στιγμή της εκμυστηρεύσεως.

Ραψωδία
Η αγάπη είναι μια εποχή βαθύτερη από την άνοιξη
είπες. μας περιβάλλει
σαν μία τάφρος απ’ όπου είναι αδύνατο
να ξεφύγει κανείς.

Εγώ δεν έλεγα τίποτε.
Κοίταζα τα δένδρα.
Ή καλύτερα τα πουλιά
πάνω στα δένδρα.

(Περνούσαν φορτηγά)

Έπειτα άρχισε να φυσάει
δυνατά.
Και να βρέχει.
Τα πουλιά άλλαζαν
συνεχώς κλαδί.

Ξαναβγήκε ο ήλιος.
Ένας ωραίος κόκκινος ήλιος
που φώτιζε όπως πριν.

Που φώτιζε ό,τι υπάρχει.
Ό,τι ακριβώς υπάρχει.
Ούτε λιγότερα.
Ούτε περισσότερα.

Πρόγευμα στη χλόη
Τα περιστέρια ανεβοκατεβαίνουν ένα πράσινο ξεβαμμένο.
Δίπλα το σώμα σου.
Τραβώ φωτογραφίες. Η μηχανή αποτυπώνει το θνητό σου μέρος.
(Στο βάθος η λίμνη. Μια ξύλινη γέφυρα.
Οι πάπιες ακίνητες. Νούφαρα στο νερό).
Αρχίζει να ψιχαλίζει.
Η βροχή φέρνει στο φως λησμονημένες χαραμάδες.
Πιο πέρα μια γυναίκα προσπαθεί να ξεφύγει. Πιασμένη σ’ ένα δίχτυ από ρυτίδες.

Βλέποντας ένα φως ν’ ανάβει ξαφνικά σε μιαν από τις αποθήκες του χρόνου, ένας κατώτερος εκπαιδευτικός επιδεικνύει μια ταυτότητα ποιητή εξαπατώντας το νυχτοφύλακα, και απ’ ό,τι ανακαλύπτει εκεί αποκομίζει το πιο συγκλονιστικό επιφυλάσσοντας για τον εαυτό του τη μερίδα του λέοντος

Ακριβώς τη στιγμή που το θεσπέσιο σώμα της περνούσε με έκδηλη χαρά από την εφηβική ηλικία στη γυναικεία, το κοπάδι των περιστεριών που σκέπαζαν το στήθος της σηκώθηκε ξαφνικά, αποκαλύπτοντας απέραντες παρθένες περιοχές, κατάλληλες για κάθε είδους καλλιέργεια.

Είναι η ανεξιχνίαστη ιδιότητα των παραθύρων να δείχνουν κάτι περισσότερο απ’ ό,τι θα μπορούσε να μας επαρκεί που κάνει τα παράθυρα απαραίτητα. Άνθρωποι που μπορούν να ζήσουν χωρίς αυτό το περισσότερο την παρουσία τους δεν την έχουν καν αντιληφθεί.

Πολύ συχνά η συνάντηση δύο ψυχών προϋποθέτει μια συγκυρία που συνήθως μένει απραγματοποίητη. π.χ. ένας νεαρός που περιμένει ν’ αγοράσει εισιτήριο για τις παραστάσεις ενός ξένου θιάσου, κοιτάζει με σημασία μια καλοφτιαγμένη ξανθιά που έχει σχεδόν φτάσει στη θυρίδα του ταμείου. Ο νέος συλλογίζεται πως ίσως θα μπορούσαν να καθίσουν μαζί, αν οι δυο μεσήλικες που παρεμβάλλονται ανακάλυπταν ξαφνικά πως το έργο σε τελευταία ανάλυση δεν είναι από κείνα που θα μπορούσαν να τους ενδιαφέρουν.

Σε τελευταία ανάλυση –πρόσθεσε ο σοφός- οι νόμοι του σύμπαντος παραμένουν αμετάβλητοι, Ο ουρανός κατά βάθος δεν είναι ουρανός. Ο ήλιος κατά βάθος δεν είναι ήλιος. Υπάρχει ένα γουρούνι σε κάθε πιάτο με χοιρινό όσο καλά και να το ’χεις ψήσει.

Είναι φανερό ότι κάθε χρώμα δεν μπορεί να νοηθεί παρά μόνο σε στενή συνάρτηση με το μαύρο.

Μια γυναίκα στην ακμή της ηλικίας της, με υπέροχο σώμα και πνεύμα αντισυμβατικό, γεννάει στην ψυχή ενός γηραιού άνδρα μια σφοδρή επιθυμία, η οποία, εξαιτίας των αυστηρών προδιαγραφών του χρόνου, μη μπορώντας να ικανοποιηθεί, διοχετεύεται ακέραια στο βλέμμα του και στη φωνή του προσδίδοντάς τους μιαν ασυνήθιστη, σχεδόν υπέργεια ομορφιά.

Είμαστε οι ίδιοι το κερί που ανάβουμε στην αγωνία μας.

Ο ποιητής τρέφεται με χώμα, σάρκες και οστά, και απομακρύνεται συχνά από το σώμα του δίχως ιδιαίτερο λόγο. Η αναγκαιότητα αυτής της πράξεως πιθανόν να υπαγορεύεται κατά ένα μεγάλο μέρος από την επιθυμία της επανόδου.

Βλέποντας ένα πούπουλο να κατεβαίνει από τον ουρανό ένας μέτριος διανοητής συλλογίζεται αναπόφευκτα την πτώση ενός πουλιού, ενώ ένας εξαιρετικά ευαίσθητος μια συνεχή και εναγώνια ανύψωση δίχως τέλος.

Υπάρχουν ανθρώπινες επιθυμίες που είναι αδύνατο να μην ικανοποιηθούν. Μια μεσόκοπη και κατά τα φαινόμενα εξαιρετικά εύπορη γυναίκα, καθισμένη στο αναπαυτικότερο κάθισμα μιας αίθουσας αναμονής, περιεργάζεται με προσοχή έναν νεαρό άνδρα που πρόκειται σύντομα να γίνει ο καινούργιος της εραστής. Ο άνδρας, που αισθάνεται στα χέρια του το βλέμμα της, προσπαθεί ν’ απαλλαγεί από τη θέση του προσποιούμενος ότι αναζητεί σ’ έναν εξαθλιωμένο χαρτοφύλακα κάτι πολύ σημαντικό που μόλις έχει θυμηθεί,

Είναι αυτονόητο ότι η σιωπή περιέχει κι αυτό που δεν υπάρχει.

TURTLE

Ποίηση – ή καλύτερα, η αναίρεση του μηδενός – είναι μια σκοτεινή λειτουργία του φωτός, που συντελείται βαθύτερα από κάθε τι στο αίμα. Άνθρωποι που δεν διακρίνονται από αυτή τη δωρεά διαθέτουν τον ελεύθερο χρόνο τους και τεράστια ποσά προσπαθώντας να την αναπληρώσουν με άλλα μέσα.Ό,τι υπάρχει υπάρχει σωστά, ακόμα και οι γαζέλες έχουν νόημα. Η γη γυρίζει με καυτούς ιμάντες και στη Λετονία (ή μήπως στη Λιθουανία;) τρώνε τριαντάφυλλα και μέλι για πρωινό. Σκέψου τα δάση. Τα σώματα είναι δένδρα και μέσα από τα άσπρα φύλλα η νύχτα τρυφερή και αθέατη κόβει τους ώριμους καρπούς. Ας αγαπήσουμε ό,τι πρέπει ν’ αγαπήσουμε. Λ.χ.τη γκρίζα σιγανή βροχή. Ή το λαιμό μιας γυναίκας. (Δε θυμάμαι ποιος το είπε: «ο έρωτας είναι μια πόρτα δίχως πόμολο». Με άλλα λόγια: μας λούζει ένα δυνατό γαλάζιο φως από σβησμένα άστρα). Ας κολυμπήσουμε χωρίς βατραχοπέδιλα στην αρυτίδωτη σιωπή. Ας πλανηθούμε στις πιο απόμακρες ανεμώνες. Αλλά κυρίως: ας επιστρέψουμε όπως πρέπει να επιστρέφουμε. Θριαμβευτές. Κορνάροντας δαιμονισμένα.

αφήστε ένα σχόλιο


− τρία = 1