Η ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ ΤΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΩΣ ΑΝΑΝΤΗΣΗ ΣΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΡΙΣΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΝΙΡΓΕΙΑ ΤΩΝ ΝΕΩΝ

Η Περίπτωση του Δήμου Γλυφάδας

Γράφει ο Παναγιώτης Κόκκοτας

Σ’ αυτό το άρθρο θα προσπαθήσω να συγκρίνω τα διεθνή δρώμενα στο χώρο της εκπαίδευσης, με τα συμβαίνοντα στον ίδιο χώρο στη χώρα μας και να προτείνω ρεαλιστικές λύσεις τουλάχιστον για την Τοπική Αυτοδιοίκηση και συγκεκριμένα για το Δήμο Γλυφάδας Αττικής, ο οποίος μπορεί να αποτελέσει πρότυπο αλλαγής με τα σημερινά δεδομένα αλλά και τις προοπτικές που υπάρχουν για το προσεχές μέλλον.

Κατά την άποψη του Υπουργείου Εργασίας των ΗΠΑ: «Η παγκοσμιοποίηση και η τεχνολογική αλλαγή έχουν δημιουργήσει μια παγκόσμια οικονομία που έχει ως κινητήρια δύναμη την Τεχνολογία, ως καύσιμο την Πληροφόρηση και καθοδηγείται από τη Γνώση» (US Department of Labour 1999). Σχετική με την παραπάνω άποψη ήταν η διακήρυξη του Προέδρου Κλίντον των ΗΠΑ που είπε ότι σε μια δεκαετία δεν πρέπει να υπάρχει Αμερικανός πολίτης ηλικίας άνω των δέκα ετών, που να μην έχει πρόσβαση στο διαδίκτυο. Αυτή η άποψη, που είχε σημαντικές επιπτώσεις για τη φύση και τους σκοπούς της εκπαίδευσης γενικά, άλλα της και Υποχρεωτικής Εκπαίδευσης ειδικά, έγινε αποδεκτή από τις χώρες τις Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης και του ΟΟΣΑ (εκτός της Ελλάδας), οι οποίες άλλαξαν την εκπαίδευση των χωρών τους ώστε να υπηρετεί τις ανάγκες της οικονομίας και να εξασφαλίζει έτσι θέσεις εργασίας στους νέους. Σήμερα η Ευρωπαϊκή ΄Ενωση προτείνει στα μέλη της να συμπεριλάβουν στα προγράμματα σπουδών και την «εργασιακή εμπειρία» (work experience).

Διά βίου μάθηση

Εξάλλου το δεδομένο ότι μετά τη δεκαετία του 70 η επιστημονική και τεχνολογική γνώση διπλασιάζεται σε λιγότερο από δέκα χρόνια (σήμερα γίνεται λόγος για λιγότερο και από πέντε χρόνια), σε συνδυασμό με τα παραπάνω παγίωσαν την αντίληψη ότι η γνώση δεν μπορεί να θεωρείται πλέον ως ένα σώμα συσσωρευμένης πληροφορίας στο νοητικό σύστημα του μαθητή. Κατά συνέπεια ο μαθητής πρέπει να ασκηθεί κατάλληλα ώστε να επιλέγει τι θα μαθαίνει και πώς θα το μαθαίνει. Με άλλα λόγια εκτός της γνώσης πρέπει να αποκτήσει δεξιότητες και ικανότητες(skills and competences). Μια τέτοια δεξιότητα π.χ. είναι η κριτική σκέψη, η οποία καλλιεργείται με τη διδασκαλία, όταν αυτή περιλαμβάνει διλημματικές καταστάσεις, όπως οι σπαζοκεφαλιές και οι μαθητές καλούνται να επιλέξουν με βάση τα δεδομένα και τη λογική τους επεξεργασία. Σήμερα π.χ.οι διοικητές των μεγάλων επιχειρήσεων δεν προσλαμβάνονται με κριτήριο τον αριθμό των πτυχίων που κατέχουν, αλλά με τη χρήση τεστ που ελέγχουν αν διαθέτουν κριτική σκέψη.

Ένα σύγχρονο Αναλυτικό Πρόγραμμα της Υποχρεωτικής Εκπαίδευσης

Αρχικά οφείλω να διευκρινίσω ότι η έμφαση στην Υποχρεωτική Εκπαίδευση

οφείλεται στο ότι αφορά όλον τον πληθυσμό μιας χώρας και συνεπώς για λόγους ισότητας των ευκαιριών πρέπει να είναι υψηλής στάθμης. Επιπλέον στο τέλος αυτού του κύκλου εκπαίδευσης ο μαθητής καλείται να πάρει μία από τις σημαντικότερες αποφάσεις της ζωής του, δηλαδή να αποφασίσει για τη μελλοντική επαγγελματική αποκατάστασή του και άρα πρέπει να έχει αποκτήσει αυτογνωσία για τις δικές του δυνατότητες, τις κλίσεις και τα ενδιαφέροντά του.

Με βάση το σκεπτικό που μέχρι τώρα αναπτύχθηκε, δηλαδή να μπορεί ο μαθητής να επικοινωνεί πολύ ικανοποιητικά στη μητρική γλώσσα, αλλά και να λειτουργεί στη μεταβαλλόμενη κοινωνία στην οποία θα ζήσει, το πρόγραμμα της Υποχρεωτικής Εκπαίδευσης δίνει βαρύτητα στα ακόλουθα αντικείμενα: Μητρική Γλώσσα. Χαρακτηρίζεται ως το σπουδαιότερο μάθημα του προγράμματος. Μαθηματικά, Φυσικές Επιστήμες, Τεχνολογία και Αγγλικά, αφού είναι η παγκόσμια γλώσσα επικοινωνίας των λαών. Εκτός του πρώτου και του τελευταίου τα υπόλοιπα μαθήματα είναι σε επίπεδο αλφαβητισμού. Μιλάμε δηλαδή για Μαθηματικό, Επιστημονικό και Τεχνολογικό και Αλφαβητισμό.

Με τον όρο «αλφαβητισμός» (literacy) εννοείται η απόκτηση βασικών γνώσεων σε ένα συγκεκριμένο γνωστικό πεδίο .

Φυσικά το πρόγραμμα περιλαμβάνει τον κύκλο των ανθρωπιστικών μαθημάτων που στοχεύουν στην ηθική ολοκλήρωση του μαθητή, την απόκτηση, ιδανικών, κτλ.

Όσον αφορά τις μεθόδους διδασκαλίας η σύγχρονη αντίληψη υποστηρίζει ότι αν πρόκειται η εκπαίδευση να γίνει ένα ζωντανός και δημιουργικός οργανισμός σε μια μεταβαλλόμενη κοινωνία, πρέπει να αγκαλιάσει και να μετασχηματίσει τόσο τις σύγχρονες παιδαγωγικές απόψεις, όσο και τις συνεχώς μεταβαλλόμενες κοινωνικές απαιτήσεις σε διδακτικές προσεγγίσεις.

Τεχνολογία και Εκπαίδευση

Σύμφωνα με την UNESCO (2008) η τεχνολογία μπορεί να βοηθήσει τους μαθητές να γίνουν ικανοί χρήστες των τεχνολογικών μέσων, αναζητητές της πληροφορίας, αναλυτές και αξιολογητές της, ικανοί να λύνουν προβλήματα και να παίρνουν αποφάσεις, δημιουργικοί και αποτελεσματικοί χρήστες των εργαλείων της παραγωγικότητας, επικοινωνιακοί, συνεργατικοί, πληροφορημένοι, υπεύθυνοι και συμμετέχοντες πολίτες. Στο σύγχρονο σχολείο η τεχνολογία αποτελεί εργαλείο μάθησης. Με τη βοήθειά της οι μαθητές μαθαίνουν καλύτερα ευκολότερα και γρηγορότερα, σε σύγκριση με την απουσία της.

Η Ελληνική Εκπαιδευτική Πραγματικότητα

Ενώ με το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου οι χώρες του τότε λεγόμενου Δυτικού Κόσμου, η μία μετά την άλλη άλλαξαν τα εκπαιδευτικά τους συστήματα, με σκοπό να υπηρετούν και τις ανάγκες της οικονομίας, έτσι ώστε η συνεχώς παραγόμενη νέα επιστημονική και τεχνολογική γνώση να χρησιμοποιηθεί στην οικονομία για την παραγωγή νέων αγαθών και υπηρεσιών, στην Ελλάδα ακόμα και σήμερα η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση αποτελεί ζητούμενο.

Ο Ξ. Ζολώτας στο βιβλίο του για την τεχνική εκπαίδευση(1956) γράφει ότι το πρόβλημα της οικονομικής ανάπτυξης της χώρας δεν είναι οικονομικό, αφού έχει μάθει να δανείζεται (η τέχνη ήταν γνωστή από πολύ παλιά), όσο κυρίως κατάλληλου ανθρώπινου δυναμικού ανώτερης και μέσης στάθμης, που θα μπορούσε να στελεχώσει τον παραγωγικό της ιστό. Η άποψη Ζολώτα ενισχύεται και από το γεγονός ότι μετά την είσοδο της χώρας στην ΕΕ, παρόλο που εισέρευσε σ’ αυτή πακτωλός κονδυλίων για τον εκσυγχρονισμό και την ανάπτυξη της οικονομίας, αυτό δεν συνέβη, γιατί κατά τη γνώμη μου έλλειπαν και λείπουν οι κατάλληλα εκπαιδευμένοι άνθρωποι να την στελεχώσουν.

Η απρογραμμάτιστη επέκταση των ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, ώστε να ικανοποιηθεί όλη η ζήτηση για τριτοβάθμια εκπαίδευση και η αλόγιστη παραγωγή πτυχιούχων, όχι μόνο οδήγησε το 60% αυτών στην ανεργία (διερωτώμαι αν όσοι εξ αυτών εργάζονται αντί ευτελούς τιμήματος σε θέσεις π.χ. καθαριστριών σχολείων ή σπιτιών, σερβιτόρων σε καφενεία κτλ, θεωρούνται εργαζόμενοι πτυχιούχοι), αλλά υποβάθμισε και το επίπεδο των σπουδών.

Η ποιότητα ενός εκπαιδευτικού συστήματος εξαρτάται από πολλούς παράγοντες οι σπουδαιότεροι των οποίων είναι τρεις: Η αρχική εκπαίδευση των εκπαιδευτικών και η κατά τακτά διαστήματα επιμόρφωσή τους, τα αναλυτικά προγράμματα και η χρηματοδότηση του συστήματος. Από τους τρεις ο σημαντικότερος είναι ο πρώτος γιατί επηρεάζει περισσότερο τη μάθηση των μαθητών, χωρίς να αγνοείται η επίδραση και των άλλων δύο.

Παρά τις επαναστατικές αλλαγές που συνέβησαν στην εκπαίδευση τα τελευταία χρόνια (εισαγωγή νέων μεθόδων διδασκαλίας και των νέων τεχνολογιών κτλ,) η εκπαίδευση των εκπαιδευτικών παραμένει αμετάβλητη από τη δεκαετία του 60! ΄Ετσι το σχολικό εγχειρίδιο και ο δασκαλοκεντρικός τρόπος διδασκαλίας χαρακτηρίζουν το σύγχρονο ελληνικό σχολείο. Σίγουρα υπάρχουν φωτεινές εξαιρέσεις, οι οποίες όμως απλά επιβεβαιώνουν τον κανόνα.

Αν θελήσει κάποιος να περιγράψει το σημερινό εκπαιδευτικό σύστημα της χώρας (κυρίως το δευτεροβάθμιο) θα έλεγε ότι έκανε τους μαθητές να μισήσουν και να απαξιώσουν το σχολείο, το οποίο τους καταδυναστεύει, τους στεγνώνει πνευματικά και τους αφαιρεί και την τελευταία ικμάδα δημιουργικότητας που διαθέτουν αφού τους υποχρεώνει σε συγκεκριμένο τρόπο διδασκαλίας και μάθησης και μάλιστα γνωστικών αντικειμένων που οι ίδιοι δεν τα επέλεξαν. Στην πραγματικότητα θα έλεγα με λύπη μου ότι δεν αποτελεί σχολείο με τη σύγχρονη σημασία του όρου, αφού για να λειτουργήσει απαιτείται και το πάρα-σχολείο το λεγόμενο και φροντιστήριο.

Με την Τεχνική Εκπαίδευση να προσελκύει μόλις το 20% των μαθητών και την εκπαίδευση στα πανεπιστήμια να παραμένει αμετάβλητη κανείς δεν εγγυάται ότι οι επενδύσεις θα παράγουν πλούτο για να δημιουργηθούν νέες θέσεις εργασίας για να μειωθεί η ανεργία.

Αυτό που κατά τη γνώμη μου έπρεπε να είχε γίνει όταν κατέστει φανερό ότι θα άρχιζε η οικονομική κρίση ήταν η άμεση αλλαγή της εκπαίδευσης των εκπαιδευτικών, όσον αφορά την παιδαγωγική τους κατάρτιση και την πρακτική άσκηση στη διδασκαλία και η αλλαγή του αναλυτικού προγράμματος του κατώτερου δευτεροβάθμιου σχολείου το οποίο αποτελεί το ανώτερο τμήμα της Υποχρεωτικής Εκπαίδευσης σύμφωνα με τις παραπάνω απόψεις. Οι δήθεν «μεταρρυθμίσεις» που έγιναν απλά θα διαιωνίσουν τα αδιέξοδα και θα κάμουν τους ΄Ελληνες φτωχότερους.

Τι μπορεί να γίνει στο Δήμο Γλυφάδας

Με τις περιορισμένες αρμοδιότητες του Δήμου στα θέματα εκπαίδευσης θα μπορούσαν να γίνουν τα εξής:

1. Εξοπλισμός όλων των σχολικών μονάδων με ηλεκτρονικούς υπολογιστές. Τουλάχιστον να εξοπλιστούν 4 αίθουσες διδασκαλίας κατά σχολική μονάδα, ώστε να χρησιμοποιούνται εναλλάξ όλες τις ώρες διδασκαλίας από τους εκπαιδευτικούς.

2. ΄Αμεση συνεργασία του Δήμου με τους Σχολικούς Συμβούλους που είναι υπεύθυνοι για τα σχολεία της Γλυφάδας για τη βιωματική επιμόρφωση σε εθελοντική βάση των εκπαιδευτικών που υπηρετούν στα σχολεία του Δήμου.

3. Στενή Συνεργασία του Δήμου με τους συλλόγους Γονέων και Κηδεμόνων και τους συλλόγους των Εκπαιδευτικών για την προαγωγή της εκπαίδευσης στο Δήμο .

4. Ηθική αναγνώριση του έργου του εκπαιδευτικού και βράβευση κάθε χρόνο ενός εκπαιδευτικού από κάθε βαθμίδα για την προσφορά του σύμφωνα με την υπόδειξη όλων των εμπλεκομένων φορέων.

5. Πρότυπο Πειραματικό Σχολείο στο Δήμο. Απαίτηση από το Υπουργείο Παιδείας να αναδείξει ένα Δευτεροβάθμιο Σχολείο του Δήμου ( Γυμνάσιο και Λύκειο) κατά προτίμηση το αρχαιότερο, ως Πρότυπο Πειραματικό Σχολείο προκειμένου να γίνονται σ’ αυτό οι πιλοτικές εφαρμογές των νέων προγραμμάτων.

6. Κέντρο Εκπαιδευτικών στο Δήμο. ΄Ενας Δήμος που θέτει ως πρώτη προτεραιότητα την εκπαίδευση των Δημοτών του πρέπει να αποκτήσει ένα Κέντρο Εκπαιδευτικών που εκτός της επιμόρφωσης θα έχει και άλλες εκπαιδευτικές χρήσεις.

7. ΄Ιδρυμα τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης στο Δήμο.Με την αξιοποίηση του πρώην αεροδρομίου του Ελληνικού, αλλά και άλλων περιοχών του Δήμου , δημιουργούνται νέες προοπτικές για το Δήμο, όπως οικονομικές, τουριστικές, πολιτισμικές κτλ. Στα πλαίσια αυτών των προοπτικών θα υπάρξει η δυνατότητα της δημιουργίας ενός τριτοβάθμιου εκπαιδευτικού ιδρύματος που θα συμβάλει αποφασιστικά στην περαιτέρω οικονομική και πολιτισμική ανάπτυξα ανάπτυξη του Δήμου και της ευρύτερης περιοχής.

Ο Παναγιώτης Κόκκοτας είναι Καθηγητής στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Εθελοντής Σύμβουλος του Δήμου Γλυφάδας σε θέματα Παιδείας και Πολιτισμού. Είναι Υποψήφιος Δημοτικός Σύμβουλος στο Δήμο Γλυφάδας με το Συνδυασμό «Δυνατή Γλυφάδα» του Δημάρχου Κώστα Κόκκορη. Την τελευταία δεκαετία ασχολείται με ερευνητικά προγράμματα που χρηματοδοτούνται απευθείας από τις Βρυξέλλες. Το πρόσφατο ερευνητικό του έργο παρουσιάζεται σε 5 γλώσσες στον ιστότοπο:

WWW.science-story-telling.eu και αφορά ένα νέο διδακτικό μοντέλο των Φυσικών Επιστημών

 

αφήστε ένα σχόλιο


τέσσερα × 4 =