ΠΕΝΤΕ ΕΥΡΩ

Παρακαλούσα να κάνει λίγο καλό καιρό, να βγει λίγος ήλιος, να ξεμουδιάσω με καμιά πεταλιά. Μ’ αρέσει να γυρίζω την Αθήνα με το ποδήλατο, όσο επικίνδυνο κι αν είναι… και για τους άλλους.

Γυρνώντας απ’ τους γονείς μου περνάω αναγκαστικά από Μεταξουργείο. Και λέω αναγκαστικά γιατί σκιάζομαι λίγο με ποδήλατο, μόνη, νύχτα σε «κακόφημες» περιοχές. Είναι που μεγάλωσα. Αλλιώς δεν θα έβγαινε τέτοια σκέψη απ’ το μυαλό μου.

Ακούω αρκετά δυνατά κάποια να φωνάζει τ’ όνομά μου. Η Βίκυ. Παιδικός μου φίλος στο σχολείο, μαζί τα πρώτα βήματα στον γνωστό δρόμο, κάπου χαθήκαμε στη διαδρομή μεταξύ μαστούρας και επιβίωσης. Κι ενός υπέρτατου εγωισμού, ότι θα νικήσουμε τη ζωή με τους δικούς μας όρους. Αχ, ρε Βικάκι…

Τέλος πάντων. Χτυπημένη απ’ τον καρκίνο, άλλη μορφή, άλλο σουλούπι. Η αγάπη στο βλέμμα μόνο θύμιζε τα νιάτα και τη ζεστασιά. Ούτε καν η φωνή γιατί αλλοιώθηκε από την απώλεια δοντιών. Κακοπληρωμένη πουτάνα η ζωή για πολλούς ανθρώπους.

-Τι κάνεις εδώ; τη ρώτησα προσπαθώντας με χίλιες δυνάμεις να μη δείξω έκπληξη γι’ αυτό που αντίκριζα.
“Δουλεύω υπηρεσία εδώ δίπλα, στα σπίτια”.
-Έχει τίποτα; ρητορικά ρώτησα, γνωρίζοντας από ‘δω κι από κει πώς είναι τα πράγματα.
“Τίποτα, Αννούλα μου”. (Αυτό, το να με αποκαλούν και οι μικρότεροί μου “Αννούλα μου”, πάντα μου φέρνει μια κουταλιά μέλι στην καρδιά). “Και σου μιλάω για κοριτσάκια, φίλη, 18 και είκοσι χρονών. Καλλονές. Κούκλες”.
-Πόσο έχει η βίζιτα, ρε Βίκυ, και δεν έχει τίποτα;
“12 ευρώ”.

Πρώτο χαστούκι.

-12; Και πόσα παίρνει η κοπέλα, πόσα εσύ, πόσα το μαγαζί; Μου κάνεις πλάκα, ε;
“Όχι, καλέ” -αυτό το “καλέ” του χαϊδέματος- “αλήθεια σου λέω. Πέντε ευρώ παίρνει η κοπέλα, τέσσερα το «σπίτι» και τρία εγώ”.
-Φαντάζομαι, σχεδόν τραύλιζα από τα νεύρα μου, έρχονται μόνο μετανάστες και τίποτα βρωμιάρηδες, ε; Μεθυσμένοι και τα γνωστά…
“Καλέ, όχι”. Πάλι αυτό το, “καλέ” της, που μου είχε λείψει όσο σχεδόν η ίδια, “και Έλληνες έρχονται. Πιο πολλοί Έλληνες. Πού να βρουν, βρε Αννούλα, οι Πακιστανοί και οι άλλοι να πληρώσουν;”.

Τη φίλησα, την αγκάλιασα, δώσαμε τις γνωστές υποσχέσεις να μην ξαναχαθούμε και συνέχισα στο μαύρο σκοτάδι, πριν βγω Πειραιώς, να σκέφτομαι το άμορφο στόμα να εκστομίζει αλήθειες που με έκαναν να ντρέπομαι για ένα επάγγελμα που θα έπρεπε να είναι στα τοπ μιας κοινωνίας, ως κοινωφελές έργο, με ό,τι αυτό σημαίνει για τον κάθε ανίδεο. Αλλά συνήθως οι πιο ειδικοί κάνουν την κορόιδα.

Πέντε ευρώ. Πουλάς τι; Το μακιγιάζ; Το φτηνό εσώρουχο από τη λαϊκή; Το δέρμα σου; Το πράμα σου; Τις τρύπες σου; Πέντε ευρώ; Τι πουλάς με πέντε ευρώ; Ποια γαμημένη αξιοπρέπεια παραμένει σε κάποιο ύψος με πέντε ευρώ;

Μα τι λέω η τρελή; Ούτε ένα δεν παίρνουν. Πάλι στο μυαλό μου μπέρδεψα την πορνεία με το τράφικινκ. Όλοι το μπερδεύουν. Αν ήξεραν τη διαφορά οι Έλληνες -αν μη τι άλλο- πελάτες, δεν θα πήγαιναν. Δεν θα αγόραζαν κορμάκια σε διώροφα τακούνια φτηνής πλεξιγκλάς απομίμησης.

Δεν θα έπαιρναν στο ΚΕΕΛΠΝΟ τηλέφωνο και στο Συγγρού τόσοι άντρες πριν δυο-τρία χρόνια, να μάθουν αν είναι οροθετικοί, καθ’ όλα τίμιοι στην καθημερινότητά τους…

protagon

αφήστε ένα σχόλιο


+ 4 = πέντε