Μια από τις πιο παράξενες δίκες όλων των εποχών: Στο εδώλιο κάθισε ο… Σατανάς

Το ημερολόγιο έγραφε 16 Φεβρουαρίου 1981 όταν κάποιος Arne Cheyenne Johnson μαχαίρωσε θανάσιμα τον ιδιοκτήτη του σπιτιού του, Alan Bono.

Θα ήταν κανονικά άλλο ένα «τυπικό» φονικό, από αυτά που λέμε συνήθως πως έγιναν εν βρασμώ ψυχής.

Μόνο που αυτή τη φορά ήταν ο Σατανάς αυτός που όπλισε το χέρι του θύτη. Κι έτσι στο εδώλιο του κατηγορουμένου θα καθόταν, πλάι στον δράστη, και ο ίδιος ο Εωσφόρος!

Τίποτα δεν προμήνυε πως αυτή η δολοφονία θα εξελισσόταν με τέτοιον τρόπο. Μια απλή υπόθεση έμοιαζε αρχικά, ένα αιματηρό ξεκαθάρισμα λογαριασμών με θύτη και θύμα.

Τα νέα απλώθηκαν σαν φάντασμα πάνω από το Μπρούκφιλντ του Κονέκτικατ. Ήταν βλέπετε η πρώτη ανθρωποκτονία που ζούσε η ήσυχη πόλη στα 193 χρόνια της ιστορίας της!

Για τις ανακριτικές αρχές η υπόθεση ήταν απλή: ο 40χρονος ιδιοκτήτης δολοφονήθηκε από τον νοικάρη του σε έναν καυγά που άναψε τα αίματα.

Και τότε ο δράστης σιγομουρμούρησε τη φράση που θα έφερνε όλο τον Τύπο της Αμερικής στη μικρή κωμόπολη: «Ο Σατανάς με έκανε να το κάνω».

Οι συνήγοροι του 19χρονου δράστη, επικουρούμενοι από δύο γνωστότατους ερευνητές του παραφυσικού, είχαν τώρα μια φιλόδοξη, αν και κάπως ανορθόδοξη, υπερασπιστική γραμμή: αν ο πελάτης τους είχε καταληφθεί από δαιμονική κατοχή, ποιος ήταν τελικά ο ένοχος;

«Τα δικαστήρια έχουν ασχοληθεί επανειλημμένως με την ύπαρξη του Θεού», δήλωσε περίτρανα στη δικαστική αίθουσα ο δικηγόρος του νεαρού, Martin Minnella, «τώρα θα πρέπει να ασχοληθούν και με την ύπαρξη του Διαβόλου».

«Κατηγορούμενος για φόνο βάζει τον Διάολο σε δίκη», έγραφε ο πηχυαίος τίτλος των «New York Times» στις 23 Μαρτίου 1981.

Ήταν πράγματι η πρώτη φορά στα δικαστικά χρονικά του σύγχρονου κόσμου που θα ακουγόταν μια τέτοια υπεράσπιση. Σήμερα, 40 χρόνια μετά, τίποτα δεν έχει τακτοποιηθεί, όχι τουλάχιστον με τον απόλυτα δίκαιο τρόπο που αποζητά η δικαιοσύνη.

Η αμφιλεγόμενη δίκη συνεχίζει να καλύπτεται από ένα πέπλο μυστηρίου, λες και κάτι μεταφυσικό τύλιξε την αίθουσα…

Τι συνέβη στον Arne Johnson;

Στις 16 Φεβρουαρίου 1981, ο Arne Cheyenne Johnson τραυμάτισε θανάσιμα με μαχαίρι τον σπιτονοικοκύρη του Alan Bono. Ήταν ο πρώτος φόνος που θα καταγραφόταν ποτέ στη σχεδόν 2 αιώνων ιστορία του Μπρούκφιλντ, ένα γεγονός που σόκαρε όσο να πεις την τοπική κοινωνία.

Πριν συμβεί το φονικό, ο Johnson ήταν ένας τυπικός νεαρός της εποχής του. Τίποτα το αξιοσημείωτο δεν είχε καταγραφεί γι’ αυτόν, τίποτα το μεμπτό. Ούτε ποινικό μητρώο δεν είχε.

Είχε όμως μια παράξενη ιστορία να διηγηθεί στους μήνες που προηγήθηκαν και κατέληξαν στον μυστηριώδη φόνο. Όπως ακούστηκε στη δικαστική αίθουσα, η πηγή όλων των δεινών του 19χρονου ήταν ο 11χρονος αδερφός της μνηστής του, Debbie Glatzel.

Το προηγούμενο καλοκαίρι (1980), ο μικρός αδερφός της Debbie, ονόματι David, ισχυρίστηκε πως συναντούσε επανειλημμένα έναν γέρο άντρα που τον τρόμαζε. Κανείς δεν πίστεψε τον μικρό, οι συναντήσεις γίνονταν όμως ολοένα και συχνότερες. Και πιο βίαιες.

Ο David κατέληξε να πετάγεται από τον ύπνο του με υστερικά κλάματα και να περιγράφει ζωντανά οράματα για «έναν άντρα με μεγάλα μαύρα μάτια, λεπτό πρόσωπο με χαρακτηριστικά ζώου και πριονωτά δόντια, μυτερά αυτιά, κέρατα και οπλές», όπως μας παραδίδει το ρεπορτάζ της εποχής.

Όχι πολύ αργότερα, η οικογένεια ζήτησε από τον ιερέα της ενορίας να ευλογήσει το σπίτι τους. Μάταια όμως, τα οράματα εξακολουθούσαν. Και τότε κάλεσαν το περίφημο ζευγάρι των ερευνητών του παραφυσικού, τους ίδιους τους Ed και Lorraine Warren!

Οι πάνω από 10.000 ανατριχιαστικές ιστορίες με πνεύματα και δαιμόνια που ανέλαβε το ζεύγος στη ζωή του έχουν πυροδοτήσει ταινίες και ταινίες τρόμου και ο κατάλογος είναι εδώ πολύ μακρύς.

«Κλοτσάει, δαγκώνει, φτύνει, βρίζει με τρομερές λέξεις», έλεγε τώρα η οικογένεια για το παιδί, σίγουροι πλέον όλοι πως είχε καταληφθεί από κάποια σκοτεινή δύναμη, «βιώνει απόπειρες στραγγαλισμού από αόρατα χέρια, τα οποία προσπαθεί να βγάλει από τον λαιμό του, και πανίσχυρες δυνάμεις τον αναποδογυρίζουν σαν κούκλα».

Ο Johnson έμενε πια με την οικογένεια της αρραβωνιαστικιάς του, καθώς κάθε χείρα βοηθείας ήταν καλοδεχούμενη. Τα εφιαλτικά όνειρα του μικρού τη νύχτα λάμβαναν πλέον χώρα και στο φως της ημέρας.

Ο David περιέγραφε πλέον τον άντρα ως «γέρο με λευκή γενειάδα, ντυμένο με φανελένιο πουκάμισο και τζιν». Όσο τα περίεργα οράματα συνεχίζονταν, τόσο δυνάμωναν και οι μυστηριώδεις ήχοι στη σοφίτα.

Κάποια στιγμή ο μικρός άρχισε να έχει σπασμούς και κρίσεις, κάνοντας αλλόκοτους ήχους και παραθέτοντας εδάφια από τη Βίβλο και τον «Χαμένο Παράδεισο» του Τζον Μίλτον. Ερευνώντας εξονυχιστικά την υπόθεση, οι Warren κατέληξαν με τη γνώριμη αποφασιστικότητά τους πως πράγματι έχουμε μια ξεκάθαρη ιστορία δαιμονικής κατοχής.

Ομάδα ψυχιάτρων που εξέτασαν το παιδί κατέληξαν βέβαια πως ο David έπασχε απλώς από κάποια ήπια μαθησιακή δυσκολία. Η δική τους εκδοχή δεν ήταν όμως τόσο ελκυστική όσο η κατάληψη από τα δαιμόνια.

Οι Warrens επιστρατεύτηκαν να εκτελέσουν τρεις διαδοχικούς εξορκισμούς, με παρουσία ιερέα πάντα, και οι περιγραφές τους θυμίζουν πολύ τον «Εξορκιστή». Οχτώ χρόνια πριν είχε βγει η ταινία και, αν πρέπει να το πούμε, είχε πολύ από Warren στο σενάριό της.

Από τα θλιβερά γεγονότα πρέπει να κρατήσουμε ένα πράγμα: πως όπως δήλωσε ο Ed, σε άλλο ένα τρομακτικό όραμα του David, ο μικρός προφήτευσε τον φόνο που θα διέπραττε λίγο αργότερα ο Johnson.

Ζώντας μέσα σε ένα τέτοιο κλίμα, μέχρι τον Οκτώβριο του 1980 ο Johnson παθιάστηκε τόσο με τα δαιμόνια που άρχισε να απειλεί τον Σατανά να αφήσει ήσυχο τον αδερφό της μνηστής του. «Πάρε εμένα, άσε τον μικρό μου φίλο ήσυχο», ούρλιαζε τώρα…

Johnson ο δολοφόνος

Ο 19χρονος εργαζόταν ως βοηθός σε έναν δενδρολόγο. Ο Bono διατηρούσε ένα κυνοτροφείο. Οι δυο άντρες ήταν φίλοι, όπως τους ήθελαν οι αναφορές, και συναντιούνταν συχνά στην καθημερινότητά τους. Η μνηστή του εργαζόταν εξάλλου στο κυνοτροφείο και οι επαφές τους ήταν συχνές.

Στις 16 Φεβρουαρίου 1981 ξέσπασε όμως μεταξύ τους ένας άγριος καυγάς. Κατά τις 6:30 το απόγευμα, ο Johnson τράβηξε ένα μεγάλο σουγιά από την τσέπη του και τον έστρεψε στον Bono. Το θύμα έφερε πολλαπλές μαχαιριές στο στήθος και το στομάχι και έμεινε αβοήθητο να πεθάνει από ακατάσχετη αιμορραγία.

Η αστυνομία συνέλαβε τον Johnson μία ώρα αργότερα. Δήλωσαν μάλιστα αρχικά πως ο καυγάς αφορούσε στη μνηστή του νεαρού. Οι Warren ισχυρίζονταν όμως από την πρώτη στιγμή πως αυτή η ιστορία έχει ζουμί. Και σίγουρα πολλά περισσότερα από μια αψιμαχία που πήγε στραβά.

Οι Warren γνώριζαν φυσικά πράγματα και καταστάσεις. Λίγο πριν το έγκλημα, ο Johnson είχε πάει να ερευνήσει εκείνο το πηγάδι που ανέφερε συνεχώς ο μικρός David ως το σημείο της πρώτης συνάντησής του με το κακόβουλο πνεύμα που είχε κάνει άνω κάτω τις ζωές τους.

Οι Warren τον συμβούλευσαν να μην πλησιάσει το πηγάδι, εκείνος όμως δεν τους άκουσε. Ήθελε να δει αν τα δαιμόνια θα μετακόμιζαν στο δικό του σώμα, μετά τις απειλές που εκτόξευε καθημερινά. Και συνέβη!

Σύμφωνα με την κατάθεση του Johnson, είδε πράγματι έναν δαίμονα να κρύβεται στο πηγάδι και τον στοίχειωσε. Κι ενώ η αστυνομία ερεύνησε τους ισχυρισμούς των Warren περί δαιμονίων και παραφυσικών καταστάσεων, προτίμησε να μείνει στην εκδοχή του τσακωμού για την αρραβωνιαστικιά…

Η δίκη του Σατανά

Ο βασικός δικηγόρος του Johnson, Martin Minnella, ήταν ατσίδας στη δουλειά του. Και προσπάθησε από την πρώτη στιγμή να τον απαλλάξει από τις κατηγορίες πατώντας ακριβώς στη δαιμονική κατοχή. «Αθώο λόγω δαιμονίων» κήρυξε τον πελάτη του στη δικαστική αίθουσα, αφήνοντας εμβρόντητους δικαστικούς και ακροατήριο.

Ακόμα και τους ιερείς απειλούσε να κλητεύσει στην αίθουσα για να μιλήσουν για τους εξορκισμούς, ικετεύοντάς τους να σπάσουν την παράδοση και να περιγράψουν δημοσίως το αμφιλεγόμενο τελετουργικό.

Η δική ήταν ένα μείγμα κωμικοτραγικό. Οι αντίδικοι χλεύαζαν σε κάθε ευκαιρία τον Minnella και τους Warren και οι επιστήμονες μάρτυρες που καλούσε ο κατήγορος δεν μπορούσαν να κρύψουν το χαμόγελό τους.

«Έστησαν ένα υπέροχο θεατρικό νούμερο, ένα καλό σόου», είπε χαρακτηριστικά ο mentalist George Kresge, πιστεύοντας πως μόνο κλινικοί ψυχολόγοι θα έπρεπε να καταθέτουν σε αυτή την «παρωδία», όπως τη χαρακτήρισε.

Ο δικαστής Robert Callahan απέρριψε τους ισχυρισμούς του Minnella περί αθωότητας του πελάτη του λόγω δαιμονίων. Μια τέτοια υπεράσπιση θα ήταν αδύνατο να αποδείξει αυτό που επιχειρεί να αποδείξει, διαμαρτυρήθηκε στην αίθουσα.

Κάθε τέτοια μαρτυρία εξάλλου δεν μπορεί παρά να είναι αντιεπιστημονική. Κι έτσι άσχετη με όσα λαμβάνουν χώρα σε μια δικαστική αίθουσα.

Ο Minnella δεν κατάφερε να εξασφαλίσει τη συνεργασία των τεσσάρων κληρικών που πήραν μέρος στους 3 εξορκισμούς του μικρού David, η Επισκοπή της περιοχής αναγνώρισε ωστόσο ότι «κληρικοί εργάστηκαν για να βοηθήσουν τον David Glatzel σε μια δύσκολη στιγμή».

Απαγορεύοντας ταυτοχρόνως στους ιερείς να ανοίξουν το στόμα τους για την όποια εμπλοκή τους στην υπόθεση.

Η δικηγορική ομάδα του Johnson στράφηκε μετά σε κάτι άλλο: τα ρούχα του θύματος. Η απουσία αίματος και σκισιμάτων, ισχυρίζονταν τώρα, υποδείκνυε πως το έγκλημα είχε γίνει με δαιμονική εμπλοκή.

Παρά τα στρατηγήματά τους, κανείς στην αίθουσα δεν φαινόταν να πείθεται. Κι έτσι άλλαξαν τη γραμμή τους. Τώρα ήταν νόμιμη αυτοάμυνα. Ήταν όμως πολύ αργά. Ο δικαστής απαγόρευσε εντωμεταξύ στους ενόρκους να σκεφτούν τη δαιμονική κατοχή ως πιθανό κίνητρο για την ανθρωποκτονία.

Ακόμα κι έτσι, οι ένορκοι χρειάστηκαν πάνω από 15 ώρες για να καταλήξουν σε ετυμηγορία. Ο Johnson καταδικάστηκε τελικά στις 24 Νοεμβρίου σε ανθρωποκτονία από πρόθεση και έφαγε κάθειρξη 10-20 ετών. Εξέτισε μόλις 5.

Ήταν κρατούμενος-πρότυπο, σύμφωνα με τις σωφρονιστικές αρχές, «τρόφιμο-παράδειγμα» τον χαρακτήρισαν ακριβώς και τον αποφυλάκισαν στα τέλη Ιανουαρίου του 1986.

Από το ρεπορτάζ του πρακτορείου ΑΡ εκείνη την περίοδο μαθαίνουμε πως όταν ήταν στη φυλακή παντρεύτηκε, πήρε το απολυτήριό του από το σχολείο και φοίτησε σε έναν αριθμό από σεμινάρια και πανεπιστημιακά μαθήματα.

«Η πνευματική του κατάσταση εξετάστηκε προσεκτικά. Δεν βρήκαν κανέναν αρνητικό παράγοντα», δήλωσε ο επικεφαλής των αναστολών της πολιτείας, Hans Fjelman. Υποσχόμενος πως θα παρέμενε κάτω από πολιτειακό έλεγχο μέχρι και το 1991.

Είπε επίσης πως είχε βρει δουλειά πριν ακόμα αποφυλακιστεί. Δεν αποκάλυψε πού θα ζούσε όταν θα περνούσε τα κάγκελα. Τίποτα δεν μένει όμως κρυφό.

Το ρεπορτάζ του ΑΡ, παραθέτοντας δηλώσεις συγγενών και φίλων του, έβγαλε λαβράκι: ο Johnson επέστρεψε στο Μπρούκφιλντ και ζούσε ξανά στο σπίτι των γονιών της αρραβωνιαστικιάς του. Η οποία ήταν τώρα σύζυγός του, την παντρεύτηκε τον Ιανουάριο το 1984 στη φυλακή.

Όσο για την Deborah Glatzel, εργαζόταν όπως και άλλοτε στο κυνοτροφείο των Bono. Σε δική της συνέντευξη κάποια χρόνια αργότερα, έσπευσε να δηλώσει ότι το μεγαλύτερο λάθος του συζύγου της ήταν το γεγονός ότι προκάλεσε το «Θηρίο» που είχε στοιχειώσει τον αδερφό της:

«Δεν κάνεις ποτέ αυτό το βήμα. Δεν προκαλείς ποτέ τον Σατανά. Ο Arne άρχισε να εμφανίζει τα ίδια σημάδια που παρουσίαζε ο αδερφός μου όταν ήταν κάτω από δαιμονική κατοχή»…

 

newsbeast

αφήστε ένα σχόλιο


ένα + = 10